Business Times
THE BUSINESS NEWS STREET

Επενδύσεις με…8 θεμέλια ζητούν οι ξένοι επενδυτές γιά να έρθουν στην Ελλάδα!

Η προσέλκυση ΑΞΕ είναι απαραίτητη για να μειώσει η Ελλάδα το επενδυτικό κενό και να επιταχύνει την ενσωμάτωση της χώρας στην παγκόσμια οικονομία

Ποιες είναι όμως οι προϋποθέσεις και τα στρατηγικά σημεία που εξετάζουν οι ξένοι επενδυτές προκειμένου να τοποθετηθούν στην ελληνική αγορά;

Η καλύτερη των προσδοκιών επίδοση των δημοσιονομικών μεγεθών το 2018, για τέταρτο συνεχόμενο έτος, ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας όσον αφορά τη δυνατότητα τήρησης των δεσμεύσεών της, ωστόσο, το γεγονός ότι η υπεραπόδοση αυτή στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στη μεγαλύτερη του αναμενόμενου φορολογική επιβάρυνση και στην περικοπή επενδυτικών δαπανών, έχει αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική δραστηριότητα.

Εξαγωγές και Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών

Όσον αφορά τον εξωτερικό τομέα της οικονομίας, βάσει των στοιχείων Ισοζυγίου Πληρωμών της Τράπεζας της Ελλάδος για την περίοδο 2009-2018, το έλλειμμα Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών (ΙΤΣ) συρρικνώθηκε σημαντικά, βελτιούμενο από το -15,8% του ΑΕΠ, στο -2,9% του ΑΕΠ το 2018. Σε αυτό συνετέλεσε σημαντικά ο περιορισμός του ελλείμματος στο Ισοζύγιο Αγαθών, λόγω της ενίσχυσης των εξαγωγών, στη βάση της αύξησης της εξωστρέφειας και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Ειδικότερα για το 2018, όμως, το ΙΤΣ επιβαρύνθηκε σε σχέση με το 2017 (οπότε είχε διαμορφωθεί σε -1,8% του ΑΕΠ) κυρίως από τη διεύρυνση του ελλείμματος του Ισοζυγίου Αγαθών. Παρά τη συνεχιζόμενη αύξηση των εξαγωγών, η εισαγωγή αγαθών επιταχύνθηκε, απόρροια της βελτίωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Η άνοδος του πλεονάσματος του Ισοζυγίου Υπηρεσιών (κυρίως των εισπράξεων από τον τουρισμό, αλλά και τις υπηρεσίες των θαλάσσιων μεταφορών) αντιστάθμισε μερικώς την αύξηση του ελλείμματος του Ισοζυγίου Αγαθών. Για το 2019, η επιβράδυνση της ζήτησης από το εξωτερικό αναμένεται να επηρεάσει αρνητικά τον ρυθμό ανόδου των εξαγωγών, ωστόσο η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στο κόστος και τις τιμές την περίοδο 2010-2016, θα συνεχίσει να ενισχύει την εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, η συνεχιζόμενη ανάπτυξη της οικονομικής δραστηριότητας θα ενισχύσει τη ζήτηση για εισαγωγές, κάτι που ενδεχομένως επιδράσει αρνητικά στο ΙΤΣ.

Αγορά εργασίας

Το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που εφαρμόσθηκε μετά το 2010 και η συρρίκνωση του ΑΕΠ οδήγησαν στην αύξηση της ανεργίας, η οποία έφτασε το 2013 στο 27,5%. Έκτοτε, η ανεργία αποκλιμακώνεται με ταχείς ρυθμούς, με τη βοήθεια και της εισαγωγής ευέλικτων μορφών εργασίας, φθάνοντας το 19,3% το 2018. Ο μηνιαίος κατώτατος μισθός για υπαλλήλους στην Ελλάδα ορίζεται, από την 1η Φεβρουαρίου 2019, στα 6505 ευρώ (μεικτά), παρουσιάζοντας αύξηση κατά σχεδόν 11% σε σχέση με τον μέχρι πρότινος ισχύοντα εθνικό κατώτατο μισθό (586 ευρώ – μεικτά).

Η αύξηση αυτή τοποθετεί την Ελλάδα (7586) στη 12η θέση μεταξύ ενός συνόλου 22 χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βελτιώνοντας την κατάταξή της κατά μία θέση. Ενδεικτικά, ο μέσος μηνιαίος κατώτατος μισθός στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στα 927,9 ευρώ (Ιανουάριος 2019), σύμφωνα με τη Eurostat, με τον χαμηλότερο να εντοπίζεται στη Βουλγαρία στα 286 ευρώ και τον ανώτατο στο Λουξεμβούργο στα 2.071.

Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια

Το αυξημένο ποσοστό των ΜΕΔ του τραπεζικού τομέα αποτελεί πηγή ανησυχίας, παρά την αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα και την ενίσχυση της ρευστότητας. Γι’ αυτό η ελληνική κυβέρνηση προβαίνει σε ενέργειες, ώστε να περιοριστούν τα ΜΕΔ και να ενισχυθεί η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

Επακόλουθο της βελτίωσης του θεσμικού πλαισίου και των σημαντικών δράσεων που έχουν αναλάβει οι τράπεζες, ήταν η μείωση του αποθέματος των ΜΕΔ σε 81,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2018, από 107,2 δισ. ευρώ που ήταν στην κορύφωσή τους, τον Μάρτιο του 2016. Σημαντική συμβολή στη μείωση των ΜΕΔ είχαν οι διαγραφές και οι πωλήσεις δανείων, ενώ έχουν ήδη δρομολογηθεί συμφωνίες για περαιτέρω αύξηση του ύψους των πωλήσεων. Νομοθεσία που αφορά στα υπερδανεισμένα μεσαία νοικοκυριά, σκοπεύει να μειώσει τον όγκο των ΜΕΔ στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος έχουν εκπονήσει ξεχωριστά εκτενή πλάνα, που μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, σύμφωνα με τα οποία θα μεταφερθούν ΜΕΔ σε οχήματα ειδικού σκοπού (SPVs) έναντι εγγυήσεων, με σκοπό τη μείωση του χρηματοοικονομικού κινδύνου, που
θα επιτρέψει στις τράπεζες να επιτελέσουν εκ νέου τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο.

Η μεταβίβαση της διαχείρισης των ΜΕΔ σε τρίτους, όπως είναι οι Εταιρείες Διαχείρισης Δανείων (servicers) και η πώληση των μονάδων / πλατφορμών Διαχείρισης Επισφαλών Απαιτήσεων (Recovery Banking Units – RBUs) των τραπεζών, είναι κρίσιμη για τη διεύρυνση και βελτίωση της πιστοδοτικής ικανότητας των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Αυτό θα επιτρέψει στις τράπεζες να απελευθερώσουν κεφάλαιο, το οποίο θα διαχυθεί στην αγορά, συμβάλλοντας στη συνολική αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.

Ιδιωτικοποιήσεις

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων είναι ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αξιοποίησης της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου. Ο κύριος στόχος του είναι η προσέλκυση κεφαλαίων, που συνεισφέρουν στον οικονομικό εξορθολογισμό και την επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλοντας, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην άμεση μείωση του δημοσίου χρέους.

Η αξιοποίηση επιλεγμένων περιουσιακών στοιχείων από τον ιδιωτικό τομέα έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη για την ελληνική οικονομία. Στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) έχουν περιέλθει περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, τα οποία κατηγοριοποιούνται ως εξής: α) υποδομές (μαρίνες, λιμάνια, αεροδρόμια, κτλ.), β) ενέργεια, γ) μετοχές εταιρειών, δ) λοιπά περιουσιακά στοιχεία (π.χ. άδειες εκμετάλλευσης των κρατικών λαχείων και χρήσης ραδιοσυχνοτήτων), ε) ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Κατά τη λειτουργία του Ταμείου από το 2011 έως και το 2018, υλοποιήθηκαν 44 έργα με την υποβολή δεσμευτικών προσφορών, συνολικής αξίας 8,9 δισ. ευρώ και εισπράχθηκαν 5,45 δισ. ευρώ, ενώ έχουν προγραμματιστεί από τους νέους επενδυτές, επενδυτικά και αναπτυξιακά προγράμματα ύψους άνω των 0,8 δισ. ευρώ. Ο στόχος για τα έσοδα το 2019 ανέρχεται σε 1,5 δισ. ευρώ.

Υποδομές, Μεταφορές & Logistics

Οι επενδύσεις και οι δράσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα  τελευταία χρόνια στον κλάδο Μεταφορών & Logistics, φαίνεται πως έχουν φέρει αποτελέσματα, καθώς το World Economic Forum, στους παγκόσμιους δείκτες του για το 2018, κατατάσσει την Ελλάδα στην 38η θέση, μεταξύ 140 χωρών, όσον αφορά την αξιολόγηση των υποδομών της.

Πιο συγκεκριμένα, η χώρα μας αξιολογήθηκε, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη συνδεσιμότητα των οδικών της δικτύων, την ποιότητά τους, την πυκνότητα του σιδηροδρομικού δικτύου, την αποτελεσματικότητα των σιδηροδρομικών υπηρεσιών, τη συνδεσιμότητα των αεροδρομίων, την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών εναέριων μεταφορών, τη συνδεσιμότητα και την αποτελεσματικότητα των λιμανιών. Ειδικότερα όσον αφορά τη συνδεσιμότητα των αεροδρομίων, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 27η θέση, με βαθμολογία 77,2%, σημειώνοντας άνοδο σε σχέση με το 2017.

Την ίδια ώρα, η Παγκόσμια Τράπεζα κατατάσσει τη χώρα μας στην 42η θέση του Logistics Performance Index (LPI) για το 2018, μεταξύ 160 χωρών. Η Ελλάδα ακολουθεί χώρες, όπως η Ιταλία (19η), η Πορτογαλία (23η), η Ταϊλάνδη (32η) και η Σλοβενία (35η), ενώ βρίσκεται σε καλύτερη θέση από την Τουρκία (47η), τη Ρουμανία (48η) και τη Βουλγαρία (52η).

Ο κλάδος των Μεταφορών & Logistics αποτελεί έναν από τους πλέον κρίσιμους κλάδους της ελληνικής οικονομίας και μια πολύ σημαντική πηγή εσόδων, πλούτου και κύρους για την Ελλάδα, καθώς, το 2016, αντιπροσώπευε το 9,02% του ΑΕΠ (άμεση συνεισφορά) και 15,7 δισ. ευρώ9. Σε ένα παγκόσμιο, γεμάτο προκλήσεις περιβάλλον, η ελληνική κοινότητα Μεταφορών & Logistics πραγματοποιεί σημαντικές επενδύσεις και επεκτείνεται διαρκώς.
Οι υποδομές των μεταφορών περιλαμβάνουν:

  1. Λιμάνια
  2. Αυτοκινητοδρόμους
  3. Αεροδρόμια
  4. Σιδηροδρόμους
  5. Τελωνεία
  6. Υποδομές logistics ενδοχώρας (hinderland)

Κάθε μία από τις παραπάνω υποδομές είναι ιδιαίτερης σημασίας για τον κλάδο.

Τουρισμός

Ο τουρισμός, στα χρόνια της κρίσης, αποτέλεσε το ανάχωμα στην ύφεση, καθώς συμβάλλει πάγια στη μείωση της ανεργίας, ενώ συνιστά έναν βασικό πυλώνα για την επάνοδο της οικονομίας σε βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά και μοχλό περιφερειακής ανάπτυξης και βασικής διαμόρφωσης του εισοδήματος σε συγκεκριμένες περιοχές.

Η εποχικότητα, όμως, που επιδεικνύει ο κλάδος, περιορίζει το τουριστικό προϊόν στην περίοδο του καλοκαιριού (Απρίλιος-Σεπτέμβριος), όπου καταγράφεται το 80,2% των αφίξεων και το 84,4% των εσόδων. Το 2018, η Ελλάδα υποδέχτηκε 30,1 εκατ. τουρίστες, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 10,8%, με τις εισπράξεις να διαμορφώνονται σε περίπου 15,9 δισ. ευρώ (αύξηση κατά 11,7%). Η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη ανήλθε στα 527, αυξημένη κατά 0,8%, που οφείλεται στην αύξηση της δαπάνης ανά διανυκτέρευση κατά 3% (από 68 σε 70). Το σύνολο της επενδυτικής δραστηριότητας του τουρισμού για το 2017 ανέρχεται σε 3,4 δισ. ευρώ και για το 2018 σε 5 δισ. ευρώ.

Σημειώνεται ότι η άμεση συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ εκτιμάται σε 21,6 δισ. ευρώ το 2018, από 19 δισ. ευρώ το 2017, συμβάλλοντας άμεσα στη δημιουργία του 11,7% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ (αθροιστικά) η άμεση και έμμεση συμβολή του εκτιμάται από 25,7% έως 30,9%14

Βιώσιμη Ανάπτυξη

Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να εφαρμόσει την Agenda 2030 και τους 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης, οι οποίοι παρέχουν ένα φιλόδοξο πλαίσιο στροφής της οικονομίας σε μια δίκαιη και βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία, που εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος.

Μέσω ενός ανοιχτού διαλόγου, καθορίστηκαν οκτώ εθνικές προτεραιότητες, για την προσαρμογή των 17 Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης στις εθνικές ανάγκες, οι οποίες είναι οι: α) προώθηση μιας ανταγωνιστικής, καινοτόμου και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, β) προώθηση της πλήρους απασχόλησης και της αξιοπρεπούς εργασίας, γ) αντιμετώπιση της φτώχειας και παροχή καθολικής πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης, δ) μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και εξασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους, ε) παροχή υψηλής ποιότητας καθολικής εκπαίδευσης, στ) ενίσχυση της προστασίας και της αειφόρου διαχείρισης του φυσικού κεφαλαίου, και μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ζ) δημιουργία αποτελεσματικών και διαφανών θεσμών, η) ενίσχυση ανοικτών, συμμετοχικών, δημοκρατικών διαδικασιών και προώθησης εταιρικών σχέσεων.

Τα επόμενα βήματα περιλαμβάνουν την εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου εφαρμογής τους.

Νεοφυής Επιχειρηματικότητα

Με το ξεκίνημα της κρίσης στην ελληνική οικονομία, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες νεοφυείς επιχειρήσεις (start-ups), ενώ στην πορεία πολλαπλασιάζονταν. Σε σχετική μελέτη (του 2016), ο αριθμός των start-ups στην Ελλάδα εκτιμάται σε περίπου 2 χιλ., με τα αντληθέντα κεφάλαια να υπολογίζονται σε πάνω από 250 εκατ. ευρώ, από το 2012 και έπειτα.

Οι start-ups που εμφανίζουν τζίρο άνω των 150 χιλ. ευρώ καταλαμβάνουν το 14,1% του συνόλου των νεοφυών επιχειρήσεων, με τη μέση ηλικία τους να διαμορφώνεται στα 1,3 έτη, σε αντίθεση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 2,4 ετών. Οι start-ups που βρίσκονται στο seed stage (αρχικό στάδιο) καταλαμβάνουν το 24,4% του συνόλου (Ε.Ε. μ.ό. 13,2%). Σημειώνεται ότι το 25% των start-ups εξάγουν σε χώρες της Ε.Ε. (Ε.Ε. μ.ό. 17,7%).

Τα πλεονεκτήματα που διαφοροποιούν τις ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις είναι η ενθαρρυντική απόδοσή τους όσον αφορά την καινοτομία (στον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας – Global Innovation Index, Cornell University, INSEAD, and the World Intellectual Property Organization – καταλαμβάνει την 42η θέση ανάμεσα σε 127 χώρες για το 2018), το ικανοποιητικό επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας του ανθρώπινου δυναμικού της Ελλάδας, καθώς και η απορρόφηση της τεχνολογίας (άνω του 50% του κύκλου εργασιών πραγματοποιείται μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *